Ι’ Λουκά
Κυριακή Ι Λουκά

Εκείνο τον καιρό, ένα Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε κάποια συναγωγή. Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοκτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: <<γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου>>. Έβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό.
Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε ατό πλήθος και είπε: << Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς• μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύστε, και όχι το Σάββατο>>.
Ο Κύριος του απάντησε: << Υποκριτή! Ο καθένας σας δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοκτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο; >> Με τα λόγια αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοι του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.
Πηγή: Εκλογάδιον, Εκδόσεις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.