Tου Ασώτου
Κυριακή του Ασώτου

Είπε ο Κύριος αυτή τη παραβολή: <<Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιούς. Ο μικρότερος απ’ αυτούς είπε στον πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου τι μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί”• κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. Ύστερα από λίγες μέρες ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα και έφυγε σε χώρα μακρινή.
Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. Όταν τα ξόδεψε όλα, έπεσε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται. Πήγε λοιπόν και έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.
Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει με ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε. Τελικά συνήλθε και είπε: “πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ πεθαίνω της πείνας! Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα • δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου• κάνε με σαν ένα από τους εργάτες σου”.
Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του, τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον καταφιλούσε. Τότε ο γιος του του είπε: “πατέρα, αμάρτησα στον Θεό και σ εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου”.
Ο πατέρας όμως γύρισε στους δούλους του και τους διέταξε: “βγάλτε γρήγορα την κατακόκκινη στολή και ντύστε τον• φορέστε του δακτυλίδι στο χέρι και δώστε του υποδήματα. Φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και σφάξτε το να φάμε και να ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε.”.
Έτσι άρχισαν ευφραίνονται. Ο μεγάλος γιος που βρίσκονταν στο χωράφι• και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς. Φώναξε, λοιπόν, έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Εκείνος του είπε: ” γύρισε ο αδελφός σου, και ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, γιατί του ήρθε πίσω γερός”.
Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να μπει μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε, εκείνος όμως του αποκρίθηκε: εγώ τόσα χρόνια σου δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμία εντολή σου• και όμως σ’ εμένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου.
Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου σε πόρνες, έσφαξες για χάρη του το σιτευτό μοσχάρι. Και ο πατέρας του του απάντησε: ” παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και ότι είναι δικό μου είναι και δικό σου. ” Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”>>.
Πηγή: Εκλογάδιον, Εκδόσεις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.